…ενεργοποιήστε τις διαλυτικές ακτίνες!
Οι χαραμάδες, τα διάκενα ανάμεσα στις διαχωριστικές γραμμές, είναι ένα ενδιαφέρον πεδίο για να κινηθεί κάποιος. Να, ο Αλέξανδρος Ιόλας ας πούμε, που τον βρίσκω ιδιαιτέρως συμπαθή, είχε μου φαίνεται αυτή την αίσθηση ότι κινείται ανάμεσα σε σημαντικές διαχωριστικές γραμμές. Ισορροπούσε ανάμεσα στο θηλυκό και το αρσενικό, πράγμα που του έδινε κάποια εποπτεία ένθεν και ένθεν, που φαινόταν να ξέρει τι να την κάνει. Κάτι σαν αυτό που εννοούσε ο Μάνος Χατζηδάκης όταν έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου, ισορροπώντας ευχάριστα και αμήχανα κι αυτός, ότι θα προτιμούσε να κυβερνάνε ομοφυλόφιλοι, από το να κυβερνάνε –κατά πώς και κάνουν- φαλλοκράτες, γιατί έβρισκε τους πρώτους πιό ενδιαφέροντες και πληθωρικούς, ενώ τους δεύτερους τους έβρισκε κάπως πομπωδώς ανεπαρκείς και κομπλεξικώς δυσάρεστους. Την ίδια πάνω-κάτω εποχή, αρχές των έιτις, η Μάργκαρετ Θάτσερ έδινε την δικιά της εκδοχή στο ζήτημα, σχολιάζοντας τον συμβολισμό της πρώτης αγγλίδας πρωθυπουργού που της απέδιδαν, και έλεγε ότι δεν εκπροσωπεί την γυναικεία εκδοχή του γραφικού φεμινισμού, στον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται, εννοώντας κι αυτή, ότι αποβλέπει σε κάποια λιγότερο προφανή θέση. Θέση που μεταξύ σοβαρού και αστείου –κι αυτοί- κάποιοι συνάδελφοί της στο εγγλέζικο κοινοβούλιο, την περιέγραφαν, ότι είναι πιό άντρας από τους περισσότερους άντρες εκεί μέσα.
Τι κοινό έχουν ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος και ο Γιώργος Ζαμπέτας; Δεν φαίνεται να έχουν και πολλά, πάντως ως έμπειροι άνθρωποι κάποιας ηλικίας που η θέση του καθενός του έδινε κάποια εποπτεία της περιρρέουσας κατάστασης, προσπάθησαν να πουν κάτι τι χρήσιμο και περιεκτικό, με τον τρόπο του ο καθένας. Ο πρωθυπουργός ως πιό μορφωμένος, μίλησε πρόσφατα για αποδόμηση της κοινωνίας, και ζήτησε από τους έλληνες να μην την επιλέξουν, μεταξύ άλλων, και ψηφίζοντας, κάπως, στις εκλογές. Ο Ζαμπέτας σε μιά συνέντευξη στα 1990, ήταν πιό περιφραστικός, μπήκε στην περιπέτεια να γίνει πιό αναλυτικός, να χρησιμοποιήσει κάποιον συμβολισμό, πράγμα που σοφά δεν αποτόλμησε ο πρωθυπουργός, και τα κενά της ανάλυσής του τα γέμιζε ωραιότατα, με κάτι, «με εννοείς;» και «καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;». και το πολύ ωραίο, «όχι πες μου εσύ, τώρα», και άλλα τέτοια έξοχα συμπληρώματα ενός λόγου που παίζει κομψά με την φαντασία και τις καλές προθέσεις του συνομιλητή, δίνοντάς του κάθε τόσο πάσες.
Σε ένα ντοκιμαντέρ για την Κύπρο, πρόσφατα στην τηλεόραση, δεν μπορούσα να μην δω μιά ιστορική ειρωνία. Μιλούσαν έλληνες πρόσφυγες που έφυγαν τρομαγμένοι από την Ελλάδα και κατέφυγαν στην Κύπρο για να βρουν δουλειά και κάποια ελπίδα για το μέλλον. Η ιστορική αντιστροφή του 1975, θα έλεγα, τότε που στην ελληνική τηλεόραση μιλούσαν κύπριοι πρόσφυγες που έφυγαν τρομαγμένοι από την Κύπρο και κατέφυγαν στην Ελλάδα για να βρουν δουλειά, σπουδές και ελπίδα για κάποιο μέλλον, μιάς που το μέλλον τους στην Κύπρο δεν τους φαινόταν, τότε, και τόσο ρόδινο.
Εδώ και χρόνια, αρκετοί γνωστοί και λιγότερο γνωστοί δημοσιογράφοι, κολακεύουν δημοσίως τον Θόδωρο Πάγκαλο, ότι είναι ο πιό έξυπνος μέσα στην βουλή και από τους πιό έξυπνους που πέρασαν από κει μέσα. Βέβαια, κατά διαστήματα, κάποιοι από αυτούς τους δημοσιογράφους και αρκετοί από τους συναδέλφους του, λένε ότι είναι φιγουρατζής, κι ότι φαίνεται να νομίζει ότι επειδή είναι από τους πιό έξυπνους που πέρασαν από την βουλή, αυτό του δίνει το δικαίωμα να λέει ό,τι του αρέσει, αλλά, από ό,τι φαίνεται, έχει συνήθως δίκιο, θα έλεγα. Να, για παράδειγμα, όταν ξέσπασε η «κρίση», σε μιά στιγμή δηλαδή μάλλον αξιομνημόνευτη στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, σε ένα σημείο καμπής, πράγμα που ο Θόδωρος φαινόταν να το ξέρει, κοίταξε ένα γύρω τα οργισμένα πρόσωπα και τις σφιγμένες γροθιές και τα δάχτυλα που του κουνούσαν με ιερή αγανάχτηση και τον ρωτούσαν, «πού είναι τα λεφτά;», και με βλέμμα βαθύ και φωνή ακόμα πιό βαθειά, τους ανακοίνωσε, «μαζί τα φάγαμε!».
Έλεγε κάποια κυρία σε κάποια λαϊκή μπροστά στην κάμερα, κάτι ενδιαφέρον. Η ηλικία της κυρίας, στήριζε την αυθεντικότητα της συγκινητικής απορίας της: τότε, στον πόλεμο, βλέπαμε πώς και πότε θα τελειώσει! Τώρα είναι χειρότερα! Πότε θα τελειώσει αυτό!
Έχουμε πόλεμο, έλεγε ο τότε πρωθυπουργός, πριν δυό χρόνια, αλλά δεν έμοιαζε και πολύ πειστικός, και οι άλλοι τον άκουγαν βερεσέ. Και πού είναι ο πόλεμος; Λέγανε, κοιτάζοντας γύρω το γνώριμό τους, κανονικό σκηνικό. Παρόμοιο πρόβλημα έχουν συχνά και πολλοί ευρωπαίοι και αμερικάνοι δημοσιογράφοι και επαγγελματίες φιλάνθρωποι, που τρέχουν σε διάφορες τριτοκοσμικές χώρες όπου ακούν ότι γίνεται πόλεμος, αναζητώντας διέξοδο για την ανία τους, και περιπέτειες και συναρπαστικά πράματα. Περιμένοντας λοιπόν, να δουν κάποιο εντυπωσιακό σκηνικό με συγκεντρώσεις στρατευμάτων, με εκατοντάδες τανκς και αεροπλάνα και τέτοια, κατά πώς είχαν ακούσει ότι είναι ο πόλεμος, μη βλέποντας κάτι αρκούντως εντυπωσιακό, και μόνο κάποια διάχυτη μιζέρια και κάποια διάχυτη δυσλειτουργία, «σιγά τον πόλεμο!», ψιθυρίζουν απογοητευμένοι. Και προχωράνε καμαρωτά με τα ωραία τους χακί στυλ μιλιτέρ ρούχα, φτιάχνοντας το φουλάρι τους, μέσα στην συμπαθητική και ακίνδυνη κατά την γνώμη τους, τριτοκοσμική μιζέρια, ψάχνοντας να βρουν, πού ακριβώς είναι ο πόλεμος, μέχρι που κάποιος χωρίς στολή και χωρίς κατανοητό γι αυτούς λόγο, να τους σκοτώσει, μιάς που ο πόλεμος ήταν εκεί, αλλά κάπως αλλιώς από αυτό που περίμεναν.
Είναι κάποιοι νόμοι της φυσικής που είναι γνωστοί, γιά όποιον τυχόν θα ενδιαφερόταν να τους γνωρίσει, αλλά είναι άλλο πράγμα το να τους βλέπεις να επιβεβαιώνονται σε μεγάλες κλίμακες, όπως σε μιά χώρα, ας πούμε. Όσο αντικανονικό κι αν είναι ένα σύστημα, λέει, εντούτοις διαθέτει κάποια κανονικότητα. Η Ελλάδα, φερ ειπείν, είναι ένα σύστημα που ομολογουμένως είναι κάπως αντικανονικό. Δηλάδή, το κράτος δεν καταφέρνει και τόσο καλά να εξυπηρετήσει τους περισσότερους πολίτες, και στην σχέση του μαζί τους, παράγει θα έλεγα, πολλή περισσότερη δυσαρέσκεια, αντί για το αντίθετό της που μάλλον είναι το ζητούμενο, σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρ. Έχει το λοιπόν, πολλές αντικανονικότητες, όπως αστυνομία που δεν εφαρμόζει τον νόμο και την τάξη, εφορίες που δεν εισπράττουν τους περισσότερους φόρους, κλπ, έχει όμως και αρκετές υπηρεσίες πρόνοιας και υπηρεσιών υγείας, όπου εμφανίζεται καθαρά η βασική ιδιότητα που μένει σταθερή στο σύστημα, ιδιότητα που λειτουργεί, ενώ όλα τα υπόλοιπα υπολειτουργούν : η κλοπή του δημόσιου χρήματος, σε στενή συνεργασία υπαλλήλων και λαού. Το βασικό εδώ, είναι η ένθερμη διάθεση του λαού για συνεργασία, πράγμα που κάνει και συζητήσιμο, το θέμα της κλοπής. Αφού ο λαός είναι στο κόλπο, τότε πού είναι το πρόβλημα; Ερχόμαστε έτσι λοιπόν, και στην αρχή του προβλήματος. Ένα κράτος-σύστημα που λειτουργώντας αντικανονικά, δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει τους περισσότερους πολίτες του σε μιά σειρά από ζητήματα, αλλά που τελικά βρίσκει τρόπο να ικανοποιεί όλο και περισσότερους από αυτούς, αναδεικνύοντας σε προτέρημα, το βασικό του μειονέκτημα : την μη-τήρηση του νόμου και την μη-προστασία του δημόσιου χρήματος. Το αντικανονικό σύστημα, το λοιπόν, επανακανονικοποιείται, λειτουργεί με τον τρόπο του κανονικά, με βάση αυτή την σταθερά, τουτέστιν, κλοπή του δημόσιου χρήματος και παραβίαση της νομοθεσίας, από όλο και περισσότερους, ώστε το σύστημα να ισορροπήσει τελικά μέσα από μιά τόσο διάχυτη συνενοχή στο έγκλημα, στην αντικανονικότητα, που θα ξεθωριάσει και το δίλημμα περί σωστού και λάθους.
Η Ελλάδα και η Γερμανία είναι, θα έλεγε κάποιος, δύο πράγματα που δεν μοιάζουν και πολύ, που είναι κάπως αντίθετα μεταξύ τους, και θα εύρισκε και ένα σωρό παραδείγματα περί του λόγου το αληθές. Αλλά, θα έλεγα, έχουν κάποια κοινά σημεία, για κάποιον προσεκτικό παρατηρητή. Οι γερμανοί και οι έλληνες είναι λαοί φιλόδοξοι και εξωστρεφείς, ξέρουν να εντοπίζουν τις ευκαιρίες στις διεθνείς τους σχέσεις, και με πλήρη επίγνωση των εθνικών τους αρετών, ξέρουν να τις εκμεταλλεύονται, και δεν τους αρέσει να περνάνε απαρατήρητοι, εν πάση περιπτώσει.