δύσκολη ισορροπία

Απριλίου 30, 2012

Οι χαραμάδες, τα διάκενα ανάμεσα στις διαχωριστικές γραμμές, είναι ένα ενδιαφέρον πεδίο για να κινηθεί κάποιος. Να, ο Αλέξανδρος Ιόλας ας πούμε, που τον βρίσκω ιδιαιτέρως συμπαθή, είχε μου φαίνεται αυτή την αίσθηση ότι κινείται ανάμεσα σε σημαντικές διαχωριστικές γραμμές. Ισορροπούσε ανάμεσα στο θηλυκό και το αρσενικό, πράγμα που του έδινε κάποια εποπτεία ένθεν και ένθεν, που φαινόταν να ξέρει τι να την κάνει. Κάτι σαν αυτό που εννοούσε ο Μάνος Χατζηδάκης όταν έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου, ισορροπώντας ευχάριστα και αμήχανα κι αυτός, ότι θα προτιμούσε να κυβερνάνε ομοφυλόφιλοι, από το να κυβερνάνε –κατά πώς και κάνουν- φαλλοκράτες, γιατί έβρισκε τους πρώτους πιό ενδιαφέροντες και πληθωρικούς, ενώ τους δεύτερους τους έβρισκε κάπως πομπωδώς ανεπαρκείς και κομπλεξικώς δυσάρεστους. Την ίδια πάνω-κάτω εποχή, αρχές των έιτις, η Μάργκαρετ Θάτσερ έδινε την δικιά της εκδοχή στο ζήτημα, σχολιάζοντας τον συμβολισμό της πρώτης αγγλίδας πρωθυπουργού που της απέδιδαν, και έλεγε ότι δεν εκπροσωπεί την γυναικεία εκδοχή του γραφικού φεμινισμού, στον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται, εννοώντας κι αυτή, ότι αποβλέπει σε κάποια λιγότερο προφανή θέση. Θέση που μεταξύ σοβαρού και αστείου –κι αυτοί- κάποιοι συνάδελφοί της στο εγγλέζικο κοινοβούλιο, την περιέγραφαν, ότι είναι πιό άντρας από τους περισσότερους άντρες εκεί μέσα.
Ο Αλέξανδρος Ιόλας προσπάθησε να ισορροπήσει και πάνω στο δύσκολο όριο-στενωπό ανάμεσα στην κοσμοπολίτικη διεθνοποιημένη εκδοχή της ελληνικότητας, ως έλληνας εκτός Ελλάδας, και στην εγχώρια εκδοχή της ελληνικότητας. Τον είδα σε μιά υπέροχα σκηνοθετημένη συνέντευξη στο σπίτι του, μιά παρουσία υβριδική, που αισθητικά έφερνε στον Προυστ και όταν μιλούσε το αλεξανδρινό ιδίωμα θύμιζε τον Καβάφη και τον Ταχτσή με κάποια μεγαλύτερη δοσολογία κοσμοπολιτισμού, με γαλικούρες και γερμανικούρες ανακαταμένες ταιριαστά με την λαϊκή γυναικεία προφορική εκφραστικότητα των δύο συμπρωταγωνιστριών στο «τρίτο στεφάνι».
Είχε καταφέρει να αποκτήσει μιά τέτοια εξουσία στον χώρο της διεθνούς τέχνης, ώστε να δημιουργεί νέα ρεύματα, νέες αξίες, να διαλέγει κάποιους οποιουσδήποτε, που ζωγράφιζαν οτιδήποτε, και να τους επιβάλλει ως καλλιτέχνες με συγκινητικά έως συγκλονιστικά βαρύνουσα καλλιτεχνική και οικονομική αξία. Κι εδώ κάπου βρίσκεται και μιά εκλεκτικιστική συγγένειά του, εκ του αντιθέτου, με το πολιτισμικό ρεύμα τότε (και πριν και μετά) στην Ελλάδα: ο Αλέξανδρος Ιόλας έφτιαχνε αξίες από το τίποτα, ή από το σχεδόν τίποτα, στην βάση μιάς ελιτίστικης αντίληψης για τον πολιτισμό και την τέχνη, μιάς που είχε και κάποιο γούστο και κάποια καλλιέργεια, ενώ η πολιτισμική τάση στα ελληνικά πράγματα, έφτιαχνε αξίες κι αυτή από το τίποτα, αλλά στην βάση του απολύτως αντίθετου οποιουδήποτε ελιτισμού, στην βάση της πιό ακραίας μπαναλιτέ, μιάς που αυτοί που ήταν στα πράματα και ασκούσαν διαφόρων ειδών εξουσίες, είχαν κάποια ακραία έλλειψη γούστου και καλλιέργειας, και πόνταραν ιδιαιτέρως σε αυτά.
Ο δύσκολος και συναρπαστικός ισορροπισμός πάνω στο όριο ανάμεσα σε μιά ελιτίστικη ιδιωτικότητα και σε κάποιο άνοιγμα προς τα έξω, εν είδει προσφοράς, εν είδει πρόκλησης, εν είδει να μην αφήσουμε το γήπεδο μόνο στους μπανάλ, αποτυπώνεται ωραία και στο όνομα, ζεύγος-δίπολο αντιθετικών συμβολιστικών ονομάτων, κατά το συνήθειο και των αρχαίων, που φρόντιζαν με τα ονόματά τους να συστήνονται και όχι απλώς να τα φέρουν ως γενόσημα φάρμακα, φερ ειπείν. Ο Ιόλας κάπου διάβασα ότι ήταν ο αγαπημένος οινοχόος του μεγ-Αλέξανδρου, και φημολογείται ότι οι σχέσεις τους δεν περιορίζονταν σε αυστηρά επαγγελματικό πλαίσιο, όθεν και γράψαν κάποιοι ότι ο Ιόλας πικαρισμένος τον φαρμάκωσε τον Αλέξανδρο, όθεν και το εξόχως αντιφατικώς συμβολιστικό όνομα, για κάποιον έξοχο ισορροπιστή που θέλει να σου συστηθεί υπαινικτικώς κατ αρχήν.

Αναρωτιόταν ο Διονύσης Σαββόπουλος μπροστά στην κάμερα στα 1987 στην Θεσσαλονίκη, πώς κατάντησε έτσι η πόλη του η Σαλονίκη, από τότε από τα σίξτις που την είχε αφήσει, και θεωρούσε ότι το πρόβλημα είναι, ότι το καινούριο είναι υπερβολικά ασύνδετο με το παλιό, ενώ θα έπρεπε να διατηρηθεί κάποιος σύνδεσμος, κάποια συνέχεια. Περιέγραφε δηλαδή όσο πιό κομψά μπορούσε, αυτό που εγώ θα έλεγα, λέω, χωρίς ίχνος υπερβολής, καταστροφή. Και επειδή δεν το χωρούσε ο νους του, πώς θα μπορούσε να σχεδιαστεί και να εκτελεστεί μιά τέτοιας έκτασης και οριστικότητας καταστροφή, έψαχνε κάπως να το φορτώσει σε κάποιον συγκεκριμένο, να το αποδώσει δηλαδή στον σχεδιασμό κάποιου, στην απόφαση κάποιου που επεδίωκε κάποιον σκοπό. Είναι σαν να μας το φορέσανε, έλεγε ο Διονύσης με συγκρατημένη απόγνωση, υπονοώντας ως συνεπής αριστερός την επάρατη εξουσία, αλλά δεν φαινόταν να το πολυπιστεύει πιά, ήταν άλλωστε η εποχή που άρχισε η μεγάλη δημόσια και ιδιωτική μεταστροφή του, όπου ωρίμαζε και άρχισε να γίνεται πρώην-αριστερός. Τον επόμενο χρόνο έβγαλε το «κούρεμα», πήγα και τον είδα σε μιά έξοχη συγκινησιακά φορτισμένη συναυλία στο μισοάδειο Αριστοτέλειο, όπου είχε μιά πιό προχωρημένη και πιό πικρή απάντηση, μεταξύ άλλων, και γιά το ποιός αποφάσισε και εκτέλεσε την καταστροφική αλλαγή της Σαλονίκης. Με τον πικρότατο εθνικό αυτοσαρκασμό στους «κωλοέλληνες», έβαζε τα πράγματα κάπως στη θέση τους, και ερχόταν κάπως και στα λόγια του Γιώργου Ζαμπέτα, ο οποίος σε μιά συνέντευξη όπου ο ερωτών τον ρώτησε κάτι άλλο, εκείνος επέμεινε να πει για κείνο που τον έκαιγε: «όλοι αυτοί που βρίζουν την Αθήνα για το χάλι της το μαύρο, θα τους παρακαλούσα, όταν θα φύγουν από δω και θα πάνε στα χωριά τους το Πάσχα, να μείνουν εκεί και να μην επιστρέψουν, και τότε η Αθήνα θα είναι εντάξει. Αυτοί μου την ρήμαξαν την Αθήνα μου, γιατί την αλάνα μου με τα δέντρα και τα πουλιά, όπου έπαιζα, και το ρέμα μου με τα βατράχια όπου ρέμβαζα, μου τα τσιμεντώσανε και τα κάνανε πολυκατοικία και σούπερμάρκετ για να κονομάνε οι βλάχοι που μας κουβαληθήκανε από τα χωριά. Γιατί εγώ είμαι αθηναίος γέννημα θρέμμα ρεε, και μη μου την βρίζετε την Αθήνα μου, ρε!». Έτσι, η ευθύνη διαχεόταν και πέραν κάποιων σκοτεινών κέντρων εξουσίας. Βέβαια, η λύση που πρότεινε ο Γιώργος, δεν έμοιαζε και τόσο εφαρμόσιμη, αλλά εκείνος την είπε εν πάση περιπτώσει, αν μη τι άλλο, και με διάθεση για χιούμορ, όπως και ο Σαββόπουλος άλλωστε, που βάλθηκε να βρει έναν υπεύθυνο, να ξαλαφρώσει. Και σταματάει στον δρόμο κάποιον που κουβαλούσε μεγάλα ρολά χαρτιού και μεγάλα σχεδιαστικά όργανα και φακέλους με σχέδια, και έμοιαζε με αρχιτέκτονα, και τον ρωτάει μήπως είναι αρχιτέκτονας, και εκείνος το παραδέχτηκε. Και του παραπονέθηκε ο υπέροχος Διονύσης, ότι θεωρεί πως οι αρχιτέκτονες φταίνε για το χάλι της πόλης, πως, αυτά τους μαθαίνανε στη σχολή; Ότι περίμενε περισσότερα από αυτούς, έτσι που τους έβλεπε αεράτους την εποχή που ήταν φοιτητές, με τις μαλλούρες να ανεμίζουνε και με τα διακοσμητικά ακροκέραμα στα φοιτητικά τους δωμάτια, και θα έπρεπε η εκπαίδευσή τους να τους κάνει σκληρούς και με υψηλή και αδιαπέραστη επαγγελματική ηθική, για να αντέχουν στις έξωθεν πιέσεις και δέλεαρ, «να, όπως ας πούμε οι βατραχάνθρωποι στον στρατό! Αυτοί γιατί εκπαιδεύονται τόσο σκληρά;». Και με αυτό το τελευταίο επιχείρημα, έχασε την προσοχή του άλλου, που ανήσυχος έφυγε τρέχοντας. Και γύρω να κοιτάζουν οι περαστικοί το εκκεντρικό σκετς του Σαββόπουλου, και δεν νομίζω να κατάλαβε κανείς τους τον σαρκασμό που τους απηύθηνε, γιατί κανείς τους δεν φαινόταν να καταλαβαίνει ποιό είναι το πρόβλημα με την πόλη, που έδειχνε ο Σαββόπουλος στον «αρχιτέκτονα», και κοιτάζανε σαν χαζοί, πότε το χέρι και πότε την κατεύθυνση που έδειχνε, με ανέκφραστα πρόσωπα, και περιμένανε να δουν πότε θα πει το αστείο να γελάσουνε, αλλά βλοσυροί διαπίστωναν διαψευσμένοι, ότι δεν τον έβρισκαν και τόσο αστείο αυτόν τον εκκεντρικό τύπο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

κατάλαβες;

Απριλίου 15, 2012

Τι κοινό έχουν ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος και ο Γιώργος Ζαμπέτας; Δεν φαίνεται να έχουν και πολλά, πάντως ως έμπειροι άνθρωποι κάποιας ηλικίας που η θέση του καθενός του έδινε κάποια εποπτεία της περιρρέουσας κατάστασης, προσπάθησαν να πουν κάτι τι χρήσιμο και περιεκτικό, με τον τρόπο του ο καθένας. Ο πρωθυπουργός ως πιό μορφωμένος, μίλησε πρόσφατα για αποδόμηση της κοινωνίας, και ζήτησε από τους έλληνες να μην την επιλέξουν, μεταξύ άλλων, και ψηφίζοντας, κάπως, στις εκλογές. Ο Ζαμπέτας σε μιά συνέντευξη στα 1990, ήταν πιό περιφραστικός, μπήκε στην περιπέτεια να γίνει πιό αναλυτικός, να χρησιμοποιήσει κάποιον συμβολισμό, πράγμα που σοφά δεν αποτόλμησε ο πρωθυπουργός, και τα κενά της ανάλυσής του τα γέμιζε ωραιότατα, με κάτι, «με εννοείς;» και «καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;». και το πολύ ωραίο, «όχι πες μου εσύ, τώρα», και άλλα τέτοια έξοχα συμπληρώματα ενός λόγου που παίζει κομψά με την φαντασία και τις καλές προθέσεις του συνομιλητή, δίνοντάς του κάθε τόσο πάσες.
“Εγώ ρε φίλε, στα 27 μου πρωτοφόρεσα παλτό, τότε στα φίφτις, κι ήμουνα και καλλιτέχνης! Βολευόμουνα με τα αποφόρια φίλων και συγγενών. Και σήμερα, έχεις τον πιτσιρικά ντυμένο στο καντίνι, με τα λεφτά του μπαμπά του, και δεν του φτάνει το καντίνι. Θέλει να φοράει τα τάχα μου σκισμένα και λερωμένα για να είναι λέει στη μόδα. Όχι πες μου εσύ τώρα! Άνθρωποι ήμασταν και τότε, και οι ίδιοι ήμαστε και τώρα. Ο άνθρωπος είναι πάντα ίδιος, έχει δυό πόδια κι ένα κεφάλι, και πρέπει να περπατάει με τα πόδια κάτω και το κεφάλι απάνω. Με καταλαβαίνεις τώρα τι θέλω να σου πω;”.
Ο πρωθυπουργός μιλάει για αποδόμηση της κοινωνίας, ως κάτι τι που δεν είναι καλή ιδέα, αλλά, απευθύνεται σε ακροατές που ήδη πολλοί από αυτούς περπατάνε με τα πόδια προς τα πάνω και το κεφάλι προς τα κάτω, ανεστραμμένοι. Η αποδόμηση που απεύχεται φωναχτά ο κύριος Λουκάς, είναι ήδη συντελεσμένη επαρκώς, και με έναν τρόπο, έναν μηχανισμό –έναν μη-μηχανισμό μάλλον-, που φέρνει και στους δύο αναλυτές μας αμηχανία.
Τα εντυπωσιακά ποσοστά που δείχνουν στις δημοσκοπήσεις τα εξτρεμιστικά κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς, είναι νομίζω ένας τρόπος να μετρηθεί πάνω-κάτω το ποσοστό αυτών που περπατάνε με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω. Είναι φανερό τώρα, λίγο περισσότερο από πριν, πόσο δεν διαφέρουν σε τίποτα μεταξύ τους οι εξτρεμιστές της δεξιάς και της αριστεράς, μιάς που όλοι τους απευθύνονται στους ίδιους ανεστραμμένους, αποδομημένους πελάτες, που αφημένοι στην τύχη τους, από ένα κράτος, μη-κράτος, αντιλαμβάνονται όλες τις σημαντικές έννοιες με αρνητικό πρόσημο. “Κατάλαβες;”, έλεγε       -σε κάποια παλιά ταινία του Νικολαΐδη- ο Χρήστος Βαλαβανίδης στο τηλέφωνο στην γυναίκα του, μόνο που η γραμμή ήταν κλειστή. “Δεν κατάλαβες”, κατέληγε στα γρήγορα συμπερασματικά, και έκλεινε το τηλέφωνο.

κυπριακό

Απριλίου 11, 2012

Σε ένα ντοκιμαντέρ για την Κύπρο, πρόσφατα στην τηλεόραση, δεν μπορούσα να μην δω μιά ιστορική ειρωνία. Μιλούσαν έλληνες πρόσφυγες που έφυγαν τρομαγμένοι από την Ελλάδα και κατέφυγαν στην Κύπρο για να βρουν δουλειά και κάποια ελπίδα για το μέλλον. Η ιστορική αντιστροφή του 1975, θα έλεγα, τότε που στην ελληνική τηλεόραση μιλούσαν κύπριοι πρόσφυγες που έφυγαν τρομαγμένοι από την Κύπρο και κατέφυγαν στην Ελλάδα για να βρουν δουλειά, σπουδές και ελπίδα για κάποιο μέλλον, μιάς που το μέλλον τους στην Κύπρο δεν τους φαινόταν, τότε, και τόσο ρόδινο.
Η ειρωνία γίνεται κάπως πιό σαρδόνια, μιάς που, εκτός από την πρώτη, τωρινή περίπτωση, που είναι κάπως προφανής, και στην δεύτερη περίπτωση, τότε, τους τρομαγμένους πρόσφυγες τους δημιούργησε και πάλι η Ελλάδα, πράγμα που τότε θυμάμαι, στα τέλη των σέβεντις, με δυσκολία προσπαθούσαν να μην υπονοήσουν οι ζοχαδιασμένοι κύπριοι πρόσφυγες και δάγκωναν τα χείλη και τα έριχναν όλα στους τούρκους και τους αμερικάνους.
Θα έλεγε κάποιος: μα, τότε η Ελλάδα δεν ήταν ο εαυτός της, που λέει ο λόγος, δεν είχε δημοκρατία, είχε χούντα!
Εντάξει, θα έλεγα, fair enough! -που λένε και οι εγγλέζοι, που παρεμπιπτόντως, η συναναστροφή των κύπριων μαζί τους, φαίνεται πως τους έχει ωφελήσει (τους κύπριους) περισσότερο από όσο φαίνεται ότι θα ήθελαν να παραδεχτούν κάποιοι από αυτούς (τους κύπριους)-. Τότε η Ελλάδα είχε χούντα, που βεβαίως τα έκανε όλα λάθος, σε αντιδιαστολή με τι; Μα, με σήμερα, βέβαια, που έχει δημοκρατία, και συνεπώς εκφράζει αυθορμήτως και ανεμπόδιστα τον εαυτό της. Και ο ιστορικός σαρκασμός είναι έξοχος: η επάρατη χούντα, από την μία πλευρά, και από την άλλη, η καλύτερη δημοκρατία που είχε ποτέ η Ελλάδα –όπως αμέτρητες φορές διακηρύχθηκε δημοσίως, μέχρι προσφάτως, τουλάχιστον-, που και οι δύο δημιούργησαν τέτοια καταστροφή, που να εξωθήσει κύματα τρομαγμένων προσφύγων να τρέχουν απεγνωσμένοι, τότε στη μία και τώρα στην αντίστροφη κατεύθυνση.

αμετροέπειες

Απριλίου 9, 2012

Εδώ και χρόνια, αρκετοί γνωστοί και λιγότερο γνωστοί δημοσιογράφοι, κολακεύουν δημοσίως τον Θόδωρο Πάγκαλο, ότι είναι ο πιό έξυπνος μέσα στην βουλή και από τους πιό έξυπνους που πέρασαν από κει μέσα. Βέβαια, κατά διαστήματα, κάποιοι από αυτούς τους δημοσιογράφους και αρκετοί από τους συναδέλφους του, λένε ότι είναι φιγουρατζής, κι ότι φαίνεται να νομίζει ότι επειδή είναι από τους πιό έξυπνους που πέρασαν από την βουλή, αυτό του δίνει το δικαίωμα να λέει ό,τι του αρέσει, αλλά, από ό,τι φαίνεται, έχει συνήθως δίκιο, θα έλεγα. Να, για παράδειγμα, όταν ξέσπασε η «κρίση», σε μιά στιγμή δηλαδή μάλλον αξιομνημόνευτη στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, σε ένα σημείο καμπής, πράγμα που ο Θόδωρος φαινόταν να το ξέρει, κοίταξε ένα γύρω τα οργισμένα πρόσωπα και τις σφιγμένες γροθιές και τα δάχτυλα που του κουνούσαν με ιερή αγανάχτηση και τον ρωτούσαν, «πού είναι τα λεφτά;», και με βλέμμα βαθύ και φωνή ακόμα πιό βαθειά, τους ανακοίνωσε, «μαζί τα φάγαμε!».
Τι ανεδαφικός σαρκασμός! Τι ανακρίβεια! Τι ασυγχώρητη εξυπνακίστικη υπερβολή, μπροστά στον λαό που υποφέρει! Τι πονηρή αντιστροφή της ευθύνης! Του καταλόγιζαν διάφοροι, αφού ξεπέρασαν το αρχικό σοκ.
Και μετά, κάτω από την αφόρητη πίεση της κακιάς τρόικας, και αποκλειστικά λόγω αυτής της πίεσης –γιατί ποιός φαντάζεται ότι αν έλειπε αυτή η πίεση, θα εμφανιζόταν ως πρόβλημα;-, άρχισαν να βγαίνουν στη φόρα οι εκατοντάδες χιλιάδες -αξιαγάπητοι και υπεράνω επίσημης κριτικής, ως ο λαός αυτοπροσώπως- αγρότες και συνταξιούχοι και επιδοματούχοι, που επί χρόνια κλέβανε τα λεφτά της ευρωπαϊκής ένωσης και του ελληνικού κράτους. Όθεν, ούτε ίχνος υπερβολής, στα λόγια του Θόδωρου, θα έλεγα, τόσο κυριολεκτικός, που θα έφτανα να αμφισβητήσω ακόμα και τον συμβολισμό του υπέροχου σαρκασμού, και θα τον αδικούσα. Οι αμέτρητοι εκπρόσωποι του λαού που συνεχίζουν να κλέβουν την εφορία, το ικα, τον φι πι α, και όλων των ειδών τα κοινοτικά προγράμματα χρηματοδότησης για κοινοτική σύγκλιση, όλοι αυτοί, οι αμέτρητοι, συνεχίζουν απτόητοι και ατιμώρητοι και συνεχίζουν να νιώθουν αθώοι, μιάς που ανήκουν σε ένα κράτος και σε μιά κοινωνία όπου το υπόρρητο μότο, το ανομολόγητο εθνικό σύνθημα, είναι μιά ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή της βασικής παρεξήγησης που οδηγεί στην αθυροστομία του Θόδωρου. Όλοι αυτοί λοιπόν, μοιράζονται την μουλωχτή εθνική παραδοχή, ότι όταν αποδεχτείς τον ρόλο του γραφικού παρακατιανού της Ευρώπης, όταν μπεις στο πετσί του ρόλου της φολκλορικής ελληνικής «ιδιαιτερότητας», ε, τότε μπορείς να νομίζεις ότι μπορείς να λες και να κάνεις οτιδήποτε. Επειδή όμως, το ότι ‘έτσι νομίζουν’, δεν είναι αρκετό για να πείσουν και την πραγματικότητα την ίδια, και κυρίως τους συνεταίρους, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα, όθεν και το ‘κρίσιμο’ της περιόδου, να ξεμείνουν, και να βρεθούν μόνοι τους, ο λαός, και οι διάφοροι γραφικοί εθνικιστές εξτρεμιστές της αριστεράς, της δεξιάς, και του κέντρου, χωρίς κάποιον εκπρόσωπο της (διεθνούς) πραγματικότητας, που θα ενδιαφερόταν πιά να ακούσει περί του τι νομίζουν.

δε χχόρορρρ! (the horror!)

Απριλίου 1, 2012

Έλεγε κάποια κυρία σε κάποια λαϊκή μπροστά στην κάμερα, κάτι ενδιαφέρον. Η ηλικία της κυρίας, στήριζε την αυθεντικότητα της συγκινητικής απορίας της: τότε, στον πόλεμο, βλέπαμε πώς και πότε θα τελειώσει! Τώρα είναι χειρότερα! Πότε θα τελειώσει αυτό!
Εδώ εμπιστεύομαι το κριτήριο της κυρίας, για να συμπεράνω με κάποια αυταρέσκεια, ότι ζούμε ιστορικές στιγμές. Δεν είναι μικρό πράμα να δηλώνει αυθεντικά συγκινημένη κάποια που έχει ζήσει σημεία καμπής στην ιστορία, όπως ήταν ένας πόλεμος, να σου λέει ότι τώρα «αυτό» της φαίνεται ακόμα πιό έντονο, και η γνήσια απόγνωσή της είναι κολακευτική για την σπουδαιότητα των στιγμών που ζούμε, δεν μπορώ να αποφύγω κάποια δόση υπερηφάνειας. Ένα στοιχείο που συνεισφέρει στην δυναμική της δήλωσης της κυρίας, είναι ότι συγκρίνει έναν πόλεμο, δηλαδή μιά λέξη που συμπυκνώνει επαρκώς όλα τα δεινά, και τον βρίσκει λιγότερο τρομακτικό, από «αυτό», για το οποίο δεν έχει όνομα, επειδή δεν έχει και τόσο αναγνωρίσιμη μορφή.
«Αυτό» λοιπόν, είναι ένα σημείο καμπής, μιάς που τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του συστήματος που λέγεται Ελλάδα, αυτοενισχύονται και αποκτούν πολλαπλάσια ένταση και σφοδρότητα, ώστε το όλο σύστημα να οδηγηθεί σε μιά διακλάδωση, όπου παίζεται προς ποιά κατεύθυνση θα κινηθεί.
Δεν υπάρχει κάποιος να εφαρμόσει τον «νόμο», μιάς που οι υπουργοί και ο πρωθυπουργός περιορίζονται σε απλές επισημάνσεις και υποδείξεις, ως απλοί σχολιαστές, ας πούμε, της επικαιρότητας, που λένε τι νομίζουν ότι θα έπρεπε να γίνει, ότι δεν είναι σωστό κάποιοι να εμποδίζουν την εφαρμογή του «νόμου», και ότι ο «νόμος» πρέπει, γενικά, να εφαρμοστεί. Κι εδώ, νομίζω, έχουμε ένα κομβικό σημείο. Δεν υπάρχει παραλήπτης με όνομα, διεύθυνση, τηλέφωνο, για όλη αυτή την διάχυτη αγανακτισμένη καταγγελτικότητα που δημιουργείται από το ότι δεν εφαρμόζεται ο «νόμος». Η παραμικρή καπάτσα ομάδα αγανακτισμένων ή «αγανακτισμένων», μπορεί, ατιμώρητα, να κάνει, οτιδήποτε, προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε σπασμωδική απόπειρα της «εξουσίας» να εφαρμόσει τον «νόμο», και έτσι ο «νόμος» δεν εφαρμόζεται ποτέ, κι αυτό εντείνει την «αγανάκτηση» και τους αγανακτισμένους και «αγανακτισμένους». Οι αδιάκοπες διαδηλώσεις, ως υποτιθέμενο δείγμα δημοκρατικής ευαισθησίας, και ως δείγμα πίεσης, των αγανακτισμένων, δεν γίνονται ποτέ για να εφαρμοστεί ο «νόμος», αλλά πάντα γίνονται για να μην εφαρμοστεί ο «νόμος», και μάλιστα γίνονται όλο και πιό ριζοσπαστικές αυτές οι δημόσιες λαϊκές εκδηλώσεις -οι μόνες λαϊκές εκδηλώσεις-, αφού δεν περιορίζονται στα λόγια, παραβιάζουν τον «νόμο» με όλους τους δυνατούς τρόπους, για να γίνουν πιό σαφείς. Συλλαμβάνουν ομήρους, καταλαμβάνουν δρόμους, κτίρια, πλοία, δηλαδή η λεγόμενη πολιτική δραστηριότητα γίνεται καθαρά εγκληματική δραστηριότητα, αλλά συνεχίζει να αποκαλείται πολιτική, μένει πάντα ατιμώρητη, και συνεισφέρει τα μέγιστα θα έλεγα, σε αυτό που προσπαθώ να περιγράψω.
Για να περιγράψω κάπως το σημείο καμπής στο οποίο βρίσκεται η ελληνική κοινωνία, χρειάζεται κάτι έντονο. Να, ας πούμε, οι διαφορές παλαιστινίων και ισραηλινών, που τους φέρνουν κάθε τόσο σε οριακά σημεία καμπής. Για χρόνια οι παλαιστίνιοι έβλεπαν ότι οι διαλλακτικές ηγεσίες τους, αυτές που δέχονταν να συμβιβαστούν με τους ισραηλινούς, ναι μεν φαίνονταν να έχουν καλές προθέσεις, αλλά ήταν κάπως αδύναμες, πάντα οι εξτρεμιστές τις κατηγορούσαν ως προδοτικά συμβιβαστικές με τους αντίπαλους, και μόλις γίνονταν βήματα προς κάποιον συμβιβασμό, άρχιζαν οι εξτρεμιστές τις βομβιστικές επιθέσεις, κι ο συμβιβασμός πήγαινε περίπατο. Είδε κι αποείδε το λοιπόν και ο παλαιστινιακός λαός, ισορροπώντας πάνω στο σημείο καμπής, ανάμεσα στις αδύναμες, διστακτικές, ηγεσίες της λογικής και του συμβιβασμού, από τη μία, και στούς δυναμικούς εξτρεμιστές του παραλογισμού και του μίσους, από την άλλη, και μιάς που οι πρώτοι δεν φαίνονταν να τα πολυκαταφέρνουν, πήρε την κατηφόρα πάνω στην καμπή, και ενέδωσε δημοκρατικώς στην εξουσία του τυφλού μίσους των εξτρεμιστών, κάνοντάς τους κυβέρνηση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

πολεμικά

Μαρτίου 28, 2012

Έχουμε πόλεμο, έλεγε ο τότε πρωθυπουργός, πριν δυό χρόνια, αλλά δεν έμοιαζε και πολύ πειστικός, και οι άλλοι τον άκουγαν βερεσέ. Και πού είναι ο πόλεμος; Λέγανε, κοιτάζοντας γύρω το γνώριμό τους, κανονικό σκηνικό. Παρόμοιο πρόβλημα έχουν συχνά και πολλοί ευρωπαίοι και αμερικάνοι δημοσιογράφοι και επαγγελματίες φιλάνθρωποι, που τρέχουν σε διάφορες τριτοκοσμικές χώρες όπου ακούν ότι γίνεται πόλεμος, αναζητώντας διέξοδο για την ανία τους, και περιπέτειες και συναρπαστικά πράματα. Περιμένοντας λοιπόν, να δουν κάποιο εντυπωσιακό σκηνικό με συγκεντρώσεις στρατευμάτων, με εκατοντάδες τανκς και αεροπλάνα και τέτοια, κατά πώς είχαν ακούσει ότι είναι ο πόλεμος, μη βλέποντας κάτι αρκούντως εντυπωσιακό, και μόνο κάποια διάχυτη μιζέρια και κάποια διάχυτη δυσλειτουργία, «σιγά τον πόλεμο!», ψιθυρίζουν απογοητευμένοι. Και προχωράνε καμαρωτά με τα ωραία τους χακί στυλ μιλιτέρ ρούχα, φτιάχνοντας το φουλάρι τους, μέσα στην συμπαθητική και ακίνδυνη κατά την γνώμη τους, τριτοκοσμική μιζέρια, ψάχνοντας να βρουν, πού ακριβώς είναι ο πόλεμος, μέχρι που κάποιος χωρίς στολή και χωρίς κατανοητό γι αυτούς λόγο, να τους σκοτώσει, μιάς που ο πόλεμος ήταν εκεί, αλλά κάπως αλλιώς από αυτό που περίμεναν.
Πολλά μικρά, σκόρπια σημεία κρίσης, που δημιουργούν ένα φαινομενικά ήπιο χάος, λίγη μιζέρια εδώ, λίγη δυσλειτουργία εκεί, προοδευτικά μπαίνουν σε αυτό που λέγεται καθήλωση φάσης. Συντονίζονται γύρω από έναν κοινό ρυθμό, που κάποια στιγμή μπορεί να δώσει πιό δραματικά αποτελέσματα και να απαιτηθεί ένα πιό αναγνωρίσιμο όνομα.
Έχουμε πολεμικά ανακοινωθέντα λοιπόν, από επίσημα χείλη, ο Παπανδρέου κηρύσσει γενικώς πόλεμο, η αριστερά διακηρύσσει ότι ο λαός έφτασε σε επαρκή εξαθλίωση και οι συνθήκες κρίνονται ώριμες για να κηρυχθεί ταξικός πόλεμος, η δεξιά ζητάει να καθιερωθεί η κατ οίκον οπλοφορία, και οργανώνει στρατιωτικού τύπου ομάδες περιφρούρησης πολιτών με μπλουζάκια παραλλαγής, ο πρόεδρος της δημοκρατίας δηλώνει σίγουρος ότι όπως και στα 1821 θα αντέξουμε και θα τα καταφέρουμε, και οι ειδήσεις περιγράφουν κάθε τόσο μιά αίσθηση επικείμενης απερίγραπτης καταστροφής, αλλά, όλα αυτά πάνω σε ένα φόντο που δεν μοιάζει και τόσο δραματικό, μιάς που είναι το γνώριμο φόντο μιάς καθημερινότητας που έμοιαζε να λειτουργεί. Αυτή η κανονικότητα της καθημερινότητας όμως παρήγαγε όλη την αντικανονικότητα που χρειάζεται, για να φτάσει προοδευτικά στο σημείο, ώστε να συμφωνούν όλες οι πλευρές, για δικούς της λόγους η κάθε μία, ότι έχουν στα χέρια τους κάποιου είδους πόλεμο, με τις δικές της ερμηνείες και τους δικούς της εχθρούς η κάθε πλευρά.
Ο πόλεμος πάντως, δημιουργεί σύγχυση κυρίως, παράδειγμα ο Τάκης, στο “σπιρτόκουτο”, που σε πλήρη σύγχυση και σε πλήρη συναισθηματική έκρηξη, ωρύεται προς τον γαμπρό του προσπαθώντας να του εξηγήσει ότι βρίσκεται σε πόλεμο με την γυναίκα του και τα παιδιά του, και παραπαίοντας στα όρια της κατάρρευσης, του λέει ουρλιάζοντας κάτι υπονοούμενα σε στυλ, ξέρεις τι είναι ο πόλεμος ρε; κομμένα πόδια, κομμένα κεφάλια, τέτοια, και μετά πέφτει εξουθενωμένος σε μιά καρέκλα με γουρλωμένα τα μάτια προς το άπειρο. Σε τέτοιου είδους και χειρότερη σύγχυση βρίσκονται τα λεγόμενα “αστικά κόμματα του μνημονίου”, μιάς που ενώ οι αντίπαλοι αυτάρεσκα δηλώνουν ότι πολεμάνε τον νόμο, την τάξη, τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την λογική εν γένει, αυτοί, οι υποτιθέμενοι υπερασπιστές και θεματοφύλακες, κυβερνώντας, και ανταλλάσσοντας κομπλιμέντα μεταξύ τους, κατέστρεψαν σε τέτοιο βαθμό αυτές τις αξίες στα μάτια του κόσμου, αδειάζοντάς τες από κάθε θετικό περιεχόμενο, που δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν καλύτερη υπηρεσία στους αντίπαλους.

κάτι σαν εξήγηση

Μαρτίου 22, 2012

Κάποιες φορές σε ταινίες, όταν κάποιος θεωρεί ότι έχει να πει κάτι τι ιδιαίτερα σημαντικό για τον ίδιο ή για τον άλλο, κάτι που βαραίνει υπερβολικά στα δικά του συναισθήματα, ή νομίζει ότι θα βαρύνει υπερβολικά στα συναισθήματα του άλλου, ή δεν είναι και πολύ σίγουρος πώς θα φανεί στον άλλο, ή αν θα καταφέρει να του μεταφέρει πειστικά όλη αυτή την υπερβολική βαρύτητα που θεωρεί ότι έχει η δήλωση που σκοπεύει να κάνει, λέει κάτι σαν, δεν ξέρω πώς ακριβώς να στο πω, πώς να αρχίσω, γι αυτό απλώς θα στο πω.

Ε, λοιπόν, να, συνήθως όταν περπατάω σε κάποιον δρόμο στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα, έχω την αίσθηση ότι αυτό που βλέπω δεν μου αρέσει καθόλου, ότι εδώ κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Και ψάχνω μετά μήπως και βρω κάποια δήλωση και από κάποιον άλλο, κάποιον υπαινιγμό έστω, που κάπως να με παρηγορήσει, στο κομμάτι τουλάχιστον της ανησυχίας μου, ως προς το αν υπάρχουν κι άλλοι που να το βλέπουν κάπως έτσι : ότι δηλαδή, όχι τίποτα έκτακτο, αλλά εκεί στην συνηθισμένη εικόνα μιάς γειτονιάς, ενός δρόμου, κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Η αναζήτηση δηλώσεων και υπαινιγμών τέτοιου είδους, από τη μιά μεριά δεν είναι και πολύ καρποφόρα, αλλά από την άλλη, αυτή της η στειρότητα επιβεβαιώνει μιά ενδιαφέρουσα νόρμα της κβαντικής φυσικής που με καθησυχάζει κάπως.

Έλεγε, το λοιπόν, κάποιος ηχολήπτης σε μιά συνέντευξη, ότι στα χρόνια του 50 και του 60, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν στις ταινίες που γύριζαν μέσα στην πόλη, τους φυσικούς ήχους του περιβάλλοντος, κανένα πουλί, κανένα θρόισμα κλαδιού, κάποιο περαστικό αυτοκίνητο, κάποιες περιρρέουσες φωνές και μουσικές από αθέατους ανθρώπους και ραδιόφωνα, που όλα ήταν ήπιας έντασης και συχνότητας. “Ενώ τώρα”, έλεγε ο ηχολήπτης, “τώρα…” και η κουβέντα του σκεπάζεται από τον εκκωφαντικό ήχο κάποιας μοτοσυκλέτας, όχι για πρώτη φορά στη διάρκεια της συζήτησης. Περιμένει λίγο να απομακρυνθεί η μοτοσυκλέτα, και συνεχίζει, “να, αυτό ήθελα να πω”. Σηκώνεται και ανοίγει την μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος, και ο ήδη ενοχλητικός αδιάκοπος βόμβος της κυκλοφορίας, σκεπάζει τα σχόλιά του περί του ζητήματος. Κλείνοντας την μπαλκονόπορτα, καταφέρνει να ακουστεί κάπως, και καταλήγει. “Οι ήχοι της πόλης τώρα πιά δεν μπορούν να χρησιμοποιθούν σαν φυσικό σάουντρακ στις ταινίες, είναι πιά καταδυναστευτικοί και σκεπάζουν και οποιονδήποτε διάλογο”.

Κάποιος αρχιτέκτονας σε μιά άλλη συνέντευξη, τότε που το πράγμα ήταν σε πλήρη εξέλιξη, στις αρχές του 70, έλεγε κάπως αμήχανα και κάπως συβιλλικά, ότι ο τρόπος που χτίζεται η Αθήνα, θα μετατρέψει τους κατοίκους της σε ποντίκια. Μετά τον είδα να κομπιάζει κάπως, να θεωρεί ίσως ότι η παρομοίωσή του μοιάζει κάπως υπερβολική, και ξεροκαταπίνοντας δεν επεκτάθηκε περαιτέρω, μιάς που δεν φαινόταν να έχει το κουράγιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

εντροπία

Μαρτίου 20, 2012

Είναι κάποιοι νόμοι της φυσικής που είναι γνωστοί, γιά όποιον τυχόν θα ενδιαφερόταν να τους γνωρίσει, αλλά είναι άλλο πράγμα το να τους βλέπεις να επιβεβαιώνονται σε μεγάλες κλίμακες, όπως σε μιά χώρα, ας πούμε. Όσο αντικανονικό κι αν είναι ένα σύστημα, λέει, εντούτοις διαθέτει κάποια κανονικότητα. Η Ελλάδα, φερ ειπείν, είναι ένα σύστημα που ομολογουμένως είναι κάπως αντικανονικό. Δηλάδή, το κράτος δεν καταφέρνει και τόσο καλά να εξυπηρετήσει τους περισσότερους πολίτες, και στην σχέση του μαζί τους, παράγει θα έλεγα, πολλή περισσότερη δυσαρέσκεια, αντί για το αντίθετό της που μάλλον είναι το ζητούμενο, σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρ. Έχει το λοιπόν, πολλές αντικανονικότητες, όπως αστυνομία που δεν εφαρμόζει τον νόμο και την τάξη, εφορίες που δεν εισπράττουν τους περισσότερους φόρους, κλπ, έχει όμως και αρκετές υπηρεσίες πρόνοιας και υπηρεσιών υγείας, όπου εμφανίζεται καθαρά η βασική ιδιότητα που μένει σταθερή στο σύστημα, ιδιότητα που λειτουργεί, ενώ όλα τα υπόλοιπα υπολειτουργούν : η κλοπή του δημόσιου χρήματος, σε στενή συνεργασία υπαλλήλων και λαού. Το βασικό εδώ, είναι η ένθερμη διάθεση του λαού για συνεργασία, πράγμα που κάνει και συζητήσιμο, το θέμα της κλοπής. Αφού ο λαός είναι στο κόλπο, τότε πού είναι το πρόβλημα; Ερχόμαστε έτσι λοιπόν, και στην αρχή του προβλήματος. Ένα κράτος-σύστημα που λειτουργώντας αντικανονικά, δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει τους περισσότερους πολίτες του σε μιά σειρά από ζητήματα, αλλά που τελικά βρίσκει τρόπο να ικανοποιεί όλο και περισσότερους από αυτούς, αναδεικνύοντας σε προτέρημα, το βασικό του μειονέκτημα : την μη-τήρηση του νόμου και την μη-προστασία του δημόσιου χρήματος. Το αντικανονικό σύστημα, το λοιπόν, επανακανονικοποιείται, λειτουργεί με τον τρόπο του κανονικά, με βάση αυτή την σταθερά, τουτέστιν, κλοπή του δημόσιου χρήματος και παραβίαση της νομοθεσίας, από όλο και περισσότερους, ώστε το σύστημα να ισορροπήσει τελικά μέσα από μιά τόσο διάχυτη συνενοχή στο έγκλημα, στην αντικανονικότητα, που θα ξεθωριάσει και το δίλημμα περί σωστού και λάθους.
Ένας λόγος, θα έλεγα, που στην Ελλάδα το σύστημα είναι τόσο αντικανονικό -για κάποιους έστω ακόμα- είναι γιατί με τα χρόνια γινόταν όλο και πιό περίπλοκο. Λένε, επί τούτου, στην προχωρημένη φυσική, ότι πέρα από κάποιο οριακό σημείο πολυπλοκότητας, το σύστημα χάνει πιά τις αρχικές του ιδιότητες, οι ενδιαφερόμενοι παύουν να θυμούνται καν ποιές ήταν αυτές οι αρχικές ιδιότητες, το γιατί φτιάχτηκε το σύστημα εξ αρχής, και το όλο πράγμα οδεύει προς κάποια μεγάλη αβεβαιότητα και μη-προβλεψιμότητα. Το ελληνικό σύστημα είχε από παλιά, ελαφρώς περισσότερους δημόσιους υπάλληλους από όσους έπρεπε. Κι αυτοί υπάγονταν ελαφρώς λιγότερο από όσο έπρεπε, στο καθήκον και στον νόμο, και ελαφρώς περισσότερο στην γραφειοκρατία και στην ατιμωρησία. Και σιγά-σιγά, γίνονταν όλο και περισσότεροι, και όσο πολλαπλασιάζονταν, τόσο λιγότερες πραγματικές υπηρεσίες πρόσφεραν, και όσο πιό ανικανοποίητη έμενε η ανάγκη της κοινωνίας για πραγματικές υπηρεσίες, τόσο περισσότεροι υπάλληλοι προσλαμβάμονταν, και το σύστημα κατέληξε να μην μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να δημιουργεί νέες θέσεις για νέους υπαλλήλους, ώσπου ξεπέρασε το οριακό σημείο, που θα το έλεγα, ορίζοντας γεγονότων υπαλλήλων. Και πιά λειτουργεί αβέβαια και ανεξέλεγκτα, και λένε και κάποιοι ειδικοί σε παρόμοια πάνω κάτω συστήματα, απαισιόδοξοι, ότι δεν μπορεί να ανακτήσει τις αρχικές του συνθήκες, λόγω φράγματος εντροπίας. Όπου εντροπία, εν προκειμένω, θα έλεγα, η αδιάντροπη λήθη των ενδιαφερόμενων, που ξέχασαν πιά, ποιές ήταν αυτές οι αρχικές συνθήκες.

Η Ελλάδα και η Γερμανία είναι, θα έλεγε κάποιος, δύο πράγματα που δεν μοιάζουν και πολύ, που είναι κάπως αντίθετα μεταξύ τους, και θα εύρισκε και ένα σωρό παραδείγματα περί του λόγου το αληθές. Αλλά, θα έλεγα, έχουν κάποια κοινά σημεία, για κάποιον προσεκτικό παρατηρητή. Οι γερμανοί και οι έλληνες είναι λαοί φιλόδοξοι και εξωστρεφείς, ξέρουν να εντοπίζουν τις ευκαιρίες στις διεθνείς τους σχέσεις, και με πλήρη επίγνωση των εθνικών τους αρετών, ξέρουν να τις εκμεταλλεύονται, και δεν τους αρέσει να περνάνε απαρατήρητοι, εν πάση περιπτώσει.
Στα τέλη του 1930 οι γερμανοί διαπίστωσαν ότι είχαν τεράστια πλεονάσματα οργανωτικότητας, πειθαρχίας, στρατιωτικής δύναμης, εθνικής αυτοπεποίθησης, που κάτι έπρεπε να τα κάνουν, σε κάποιον έπρεπε να τα δείξουν, και μιάς που οι εγγλέζοι είχαν καπαρώσει όλα τα καλά εμπορικά στέκια εκτός Ευρώπης, και ήταν και αχτύπητοι στη θάλασσα, αβίαστα τους προέκυψε το συμπέρασμα ότι η Ευρώπη ήταν γι αυτούς πεδίο δόξας λαμπρό. Οι έλληνες κάποια στιγμή διέγνωσαν ότι όταν δεν έχεις κανένα πλεονέκτημα τέτοιου είδους, τότε μπορείς να δοκιμάσεις να μετατρέψεις τα μειονεκτήματά σου σε πλεονεκτήματα. Μπορείς, δηλαδή, να πάρεις τις έννοιες που χρησιμοποιούν οι άλλοι για να αξιολογούν εαυτούς και αλλήλους και για να συνεννοούνται στις διεθνείς σχέσεις, και να τις αντιστρέψεις, χωρίς όμως να αλλάξεις εμφανώς το εξωτερικό τους περίβλημα. Οι έλληνες λανσάρουν στο πεδίο των διεθνών τους σχέσεων, αξιοσέβαστες και αναγνωρίσιμες από όλους έννοιες, αλλά με μιά μικρή, αδιόρατη κατ αρχήν λεπτομέρεια, που είναι το αρνητικό τους πρόσημο. Αυτό που εργωδώς ψάχνουν κορυφαίοι ευρωπαίοι επιστήμονες μέσα σε πανάκριβα εργαστήρια με σοφιστικέ φουτουριστικούς επιταχυντές σωματιδίων, την αντι-ύλη, ε, οι έλληνες το έχουν ήδη εφεύρει, με λόου μπάτζετ και εκ των ενόντων, και το έχουν ρίξει ανεπισήμως στην αγορά, τουτέστιν, τις αντι-έννοιες, και δεν τα πάνε και άσχημα.
Η αντι-ύλη, λοιπόν, είναι κάτι τι σαν ύλη, αλλά όχι ακριβώς, μιάς που τα στοιχειώδη της σωματίδια περιστρέφονται αντίστροφα και έχουν αντίστροφο ηλεκτρικό φορτίο από την καθωσπρέπει ύλη, και η σύγκρισή της και η συνύπαρξή της με την καθησυχαστικά γνωστή ύλη, είναι κάπως ανησυχητική και φλου, αλλά η εύρεση και η μελέτη της, αποτελούν μείζον μπρέικ θρου στην προχωρημένη θεωρητική φυσική. Λίγο πιό προχωρημένοι εν προκειμένω οι έλληνες, γιατί οι αντι-έννοιές τους είναι εφαρμοσμένες.
Οι με αρνητικό πρόσημο έννοιες, «κράτος», «νομιμότητα», «κοινωνία», στην Ελλάδα, υποδύονται πετυχημένα και λειτουργούν ως εφάμιλλες με τις αντίστοιχες έννοιες με θετικό πρόσημο των γερμανών, γιατί μοιράζονται με αυτούς και ένα άλλο παλιό κόλπο, που οι γερμανοί τότε στην εποχή του τρίτου ράιχ εφάρμοσαν με τεράστια επιτυχία, πρόσκαιρη, έστω. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.